Το 2017 εκδόθηκε το πρώτο αστυνομικό μυθιστόρημα του Τειρεσία Λυγερού με τον τίτλο Η μαύρη κάντιλακ και το 2021 το δεύτερο, το Τα ίχνη του αίματος. Τώρα, ο ολιγογράφος συγγραφέας εξέδωσε το τρίτο, το Ξεκαθάρισμα (εκδ. Κύφαντα), που εκτυλίσσεται το 2021 στην Αθήνα. Στον πρόλογο ένα άλλο περιστατικό που καθορίζει την εξέλιξη της πλοκής έγινε το 2017. Αυτό το γεγονός συνδέεται με την απόρριψη από μια επιτροπή έξι ατόμων της εργασίας ενός που θέλει να λάβει τον τίτλο του διδάκτορα. Η αφήγηση αρχίζει με τον καθηγητή στο Πρότυπο Πανεπιστήμιο Βλαδίμηρο Γεωργίου, διάσημο για τα ποιητικά του βιβλία.
Όπως μαθαίνουμε, ο καθηγητής από τα σαράντα του άρχισε ν’ αναρριχάται στις βαθμίδες των πανεπιστημίων, έχοντας παράλληλα το βίτσιο του ποιητή, ή μάλλον του μεγάλου ποιητή. Τον βοήθησαν οι γνωριμίες του στον λογοτεχνικό χώρο, ενώ το όνομά του απογειώθηκε χάρη στις πληρωμένες ή απλήρωτες κριτικές. Σε κάθε περίπτωση, κι αφού πέρασε από ποικίλες επιτροπές βραβείων, πήρε θέση στη σειρά για μια θέση στην Ακαδημία Αθηνών. Ξαφνικά, ένα βράδυ, καθώς πήγαινε για το σπίτι του στο Κολωνάκι, κάποιος με τον οποίο γνωρίζονται, του καρφώνει ένα μαχαίρι στο λαιμό, λέγοντάς του: «Χρόνια τώρα περίμενα αυτή τη στιγμή».
Η περιπέτεια αρχίζει και τα μυστήρια πυκνώνουν καθώς την υπόθεση αναλαμβάνουν ο αστυνόμος Αντρέας Σεβαστιανός και ο υπαστυνόμος Παντελής, οι οποίοι ερευνούν, ανακρίνουν και σχολιάζουν.
Κι έπειτα δολοφονείται κι άλλος καθηγητής του Πρότυπου Πανεπιστημίου, ο Δημήτρης Ιωαννίδης.
Ο καθηγητής-ποιητής ήταν μεταξύ άλλων και «γκομενάκιας», την έπεφτε σε όσα θηλυκά παρουσιάζονταν μπροστά του, ενώ αρκετές φοιτήτριες και νεαρές καθηγήτριες πέρασαν από το κρεβάτι του. Όταν οι έρευνες φθάνουν στην πρώην σύζυγό του, μια καθηγήτρια και προσπαθούν να μάθουν γιατί τον σκότωσαν, εκείνη λέει πως ίσως τον δολοφόνησε κάποιος που του πήρε τη γυναίκα. Αλλά τελικά κι αυτή δολοφονείται. Τι κρύβεται πίσω από αυτή τη σκοτεινή υπόθεση με τις δολοφονίες καθηγητών; Δράστης είναι ένας παράφρων ή έναν εκδικητής;
Το βιβλίο του Τειρεσία Λυγερού είναι βεβαίως αστυνομικό με όλα τα γνωρίσματα του είδους, ωστόσο ο συγγραφέας δεν μένει μόνο στην αστυνομική αφήγηση, αλλά ενδιαφέρεται για την Ιστορία της Ελλάδας και για την πολιτική. Έτσι, μας πληροφορεί πως ο πατέρας του Σεβαστιανού την εποχή της δικτατορίας μεγαλουργούσε ως «υπηρέτης» των χουντικών, ενώ ο πατέρας του Κωστή, του φίλου του, ο οποίος έχει ένα καφενείο απέναντι από το γραφείο του, άφησε την τελευταία του πνοή στα κελιά του ΕΑΤ/ΕΣΑ.
Κι όμως ο σκληρός αστυνομικός, ο γιος του χουντικού, είναι ένα παιδί, ή μάλλον κρύβει μέσα του ένα παιδί, δηλαδή είναι ένας ευαίσθητος άντρας, προφανώς για τον συγκεκριμένο λόγο τον επέλεξε ο συγγραφεάς για ήρωά του.
Μέσω της αστυνομικής αφήγησης ο Λυγερός σχολιάζει, κρίνει, κατακρίνει και ειρωνεύεται ορισμένους από τον χώρο της λογοτεχνίας –φαίνεται πως την γνωρίζει άριστα. Λόγου χάριν, ο δολοφονημένος καθηγητής του οποίου η πέννα ήταν «για τα πανηγύρια», φρόντισε ν’ αποκτήσει τη μεγάλη φήμη του μέσα από γνωριμίες και από «γλειψίματα». Οι φιλοδοξίες του νεκρού καθηγητή ήταν απολύτως υψηλές, σχεδίαζε να κάνει «έφοδο» στην Ακαδημία Αθηνών για να γίνει μέλος της, όπως προαναφέρθηκε –ο συγγραφέας γνωρίζει πόσο ελκυστική είναι η Ακαδημία για σημαντικούς και ασήμαντους ποιητές .
Ας το ξεκαθαρίσουμε. Τα βέλη του Τειρεσία Λυγερού προς τους Έλληνες λογοτέχνες, κυρίως τους ποιητές, είναι πολύ σκληρά. Διαβάζουμε πως ο δολοφονημένος καθηγητής είχε μετατραπεί σε έναν νομπελίστα χωρίς Νόμπελ, «…στην Ελλάδα όλοι οι ποιητές θεωρούν τον εαυτό τους εν δυνάμει νομπελίστα». Άραγε, έτσι έχουν τα πράγματα στην ελληνική λογοτεχνική σκηνή ή ο συγγραφέας είναι υπερβολικός; Πάντως, ας το παραδεχτούμε: αρκετά από αυτά που προσάπτει σε ορισμένους λόγιους ή λογοτέχνες περιέχουν ψήγματα αλήθειας.