«Νομίζω ότι δίνω μια ορατότητα σε ψυχές της πόλης που μας ρουφάει και μαζί με την καθημερινότητα που μας φθείρει χάνουμε αυτά που συμβαίνουν και δεν μας αφορούν άμεσα. Μια συζήτηση με αφορμή της πρώτη συλλογή διηγημάτων «Μαίρη Πολύβουα» του δημοσιογράφου και συγγραφέα.
Είναι από τα πρόσωπα που κάνουν την τηλεόραση πιο συμπαθητική σε όσους δεν την έχουν σε μεγάλη εκτίμηση. Έχει διακριθεί ως ελεύθερος ρεπόρτερ και στον τομέα της ενημέρωσης. Τον καιρό αυτό επέστρεψε στο φυσικό του περιβάλλον ως παρουσιαστής πια στο Kontra Channel.
Το τηλεοπτικό είναι ένα από τα πολλά πρόσωπα του δημοσδιογράφου και συγγραφέα Γιάννη Καφάτου. Είναι πολυσχιδής προσωπικότητα και επικοινωνιακός τύπος.
Τον καιρό αυτό εκδήλωσε το συγγραφικό του ταλέντο σε μια σειρά διηγημάτων με τον παράξενο τίτλο «Μαίρη Πολύβουα».
Επίσης παίζει φοβερές μουσικές όταν παίρνει θέση στα decks, έχει θητεία ως ραδιοφωνικός παραγωγός, παραγωγός εκπομπών, αρθρογράφος και αρκετές άλλες ιδιότητες που είτε κρατά για τον εαυτό του είτε τις μοιράζεται με τους φίλους του.
Παιδί των 80s, λατρεύει τα 90s και είναι μεγαλωμένος στο Παλαιό Φάληρο. Είναι ο Γιάννης Καφάτος και μας μίλησε για όλα αυτά.
-Πότε μπήκε το “σκουλήκι” της δημοσιογραφίας μέσα σου;
Έφηβος ήθελα να γίνω φωτορεπόρτερ σαν τον Νικ Νόλτε στο «Αποστολή στη Νικαράγουα», δεν τα κατάφερα και έτσι στο τρίτο έτος του Πολιτικού της Νομικής, το μακρινό 1989 μπήκα στον ANT1, που ακόμη δεν είχε βγει στον αέρα και μου έδωσε την ευκαιρία να δουλέψω ως ρεπόρτερ στην τηλεόραση και μετά και στο ραδιόφωνο. Και μάλλον έκανα για τη δουλειά που τη συνεχίζω μέχρι σήμερα.
-Πώς ένιωσες που επέστρεψες στην τηλεόραση μετά την εποχή του Mega ως ελεύθερος ρεπόρτερ και το επώδυνο τέλος στα “πέτρινα” εργασιακά χρόνια της λειτουργίας του;
Μετά το κλείσιμο του Mega επέλεξα να μη δουλέψω στην τηλεόραση μέχρι να έχω μια καλή πρόταση. Όχι από ψώνιο. Δούλεψα πολύ αλλού όπως στο site του Documento, στο σάιτ της Μηχανής του χρόνου. Μόλις είχα μια πρόταση που δεν έθιγε οικονομικά την επαγγελματική μου διαδρομή επέστρεψα. Αυτή ήρθε από το Open που κάναμε εξαιρετική δουλειά σε εκπομπές και κυρίως στις ειδήσεις την περίοδο που ξέσπασε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Μετά ήρθε το Attica, που εκεί κάναμε, νομίζω, μια καλή δουλειά στις ειδήσεις και μετά το κλείσιμο του Attica είχα μια εξαιρετική πρόταση από το Kontra Channel.
-Τι εκπομπή κάνεις τώρα στο Contra Channel; Καλείς πρόσωπα στο στούντιο;
Είμαι αρχισυντάκτης στο βραδινό πολιτικό talk show που λέγεται Kontra 24 με τη Λουκία Γκάτσου. Η εκπομπή είναι Δευτέρα με Πέμπτη hardcore πολιτική ενημέρωση και την Παρασκευή «μετατρέπεται» σε ένα vidcast που λέγεται Spotlight. Εκεί καλούμε πρόσωπα για τετ-α-τετ συνέντευξη με τη Λουκία από όλους τους χώρους τέχνης αλλά και της πολιτικής απλώς με μια άλλη προσέγγιση. Ραντεβού κάθε βράδυ στις 22:00
Στο Kontra 24 καλούμε πρόσωπα από όλους τους πολιτικούς χώρους αλλά και πρόσωπα που απασχολούν ή δίνουν τον δικό τους τόνο στην κοινωνική ατζέντα των θεμάτων που μας απασχολούν ως πολίτες!
-Το πιο απρόοπτο που έχει συμβεί σε ζωντανή μετάδοση και πώς το “έσωσες”
Στα πολλά χρόνια που κάνω ζωντανές εκπομπές το πιο δύσκολο είναι να σου ακυρώσει κάποιο πρόσωπο λίγο πριν βγει στον αέρα. Εκεί, ειδικά στην αρχή της καριέρας μου πίσω από τις κάμερες ήθελα υπογλώσσιο. Με τα χρόνια με την εμπειρία και τη συνεργασία – γιατί η τηλεόραση είναι το πιο ομαδικό άθλημα – με τους παρουσιαστές και τους άλλους συνεργάτες της εκάστοτε εκπομπής πάντα βρίσκεται μια λύση.
Πάντως το πιο άγριο πράγμα που έχω ζήσει ήταν όταν κάποτε καλύπταμε ζωντανά μια επίθεση εναντίον πούλμαν που είχε Έλληνες τουρίστες στην Αίγυπτο, πρέπει να ήταν 1996, 1997 και ένας δόκιμος δημοσιογράφος που δούλευε για την εκπομπή ανακάλυψε ότι η μητέρα του ήταν ανάμεσα στα θύματα. Στον παλιό ΣΚΑΪ. Αυτό το σκηνικό δεν μπορώ να το ξεχάσω.
-Το ξεκίνημά σου στο συγγραφικό χώρο πώς ήταν;
Ξεκίνησα πριν μερικά χρόνια στους διαγωνισμούς του Ιανού. Το πρώτο διήγημά μου που δεν διακρίθηκε τότε, μπήκε στη συλλογή και είναι ιστορία ενός αστέγου και της σχέσης του με τα βιβλία που διαβάζει και πουλάει για να τη βγάλει. Τα επόμενα δύο που ήταν ένα με αφορμή έναν στίχο και το άλλο με θέμα το ρούχο είχα τη χαρά να διακριθούν και να τυπωθούν στους αντίστοιχους συλλογικούς τόμους. Μόλις τα είδα τυπωμένα είπα να πάρω αμπάριζα και να δοκιμάσω να …εκδοθώ!
-Που συνάντησες την “Μαίρη Πολύβουα” και τι συμβολίζει;
Η «Μαίρη Πολύβουα» είναι ένας πραγματικός χαρακτήρας που πληρώνει το τίμημα των επιλογών του σε μια κοινωνία που δεν ανέχεται ό,τι δεν καταλαβαίνει. Ως όνομα χρωστάει το όνομά της σε μια παρεξήγηση. Πρότεινα σε έναν ρεπόρτερ: να πηγαίνεις για γκάλοπ σε μέρη πολύβουα για να μπλα μπλα. Αυτός δεν άκουσε καλά και λίγο αργότερα ήρθε και μου ζήτησε το τηλέφωνό …της. Ποιας; – του λέω. Αυτής της Μαίρης μου είπε. Μετά τα γέλια που διέλυσαν τη σύσκεψη, στο δρόμο προς το σπίτι ήθελα κάτι να κάνω με αυτό το ανέκδοτο που έζησα. Και γεννήθηκε η Μαίρη, που συναντάει τον άτολμο έρωτά της μετά από χρόνια (δεν κάνω άλλο σπόιλερ)
-Οι ταλαιπωρημένοι χαρακτήρες των διηγημάτων σου είναι θύματα ανθρωποφαγίας;
Νομίζω ότι ο μεγαλύτερος «εχθρός» των χαρακτήρων που έφτιαξα στα 13 διηγήματα της συλλογής είναι ο ίδιος τους ο εαυτός. Το βασικό είναι ότι δεν μου αρέσει να είναι αόρατοι οι άνθρωποι που κυκλοφορούν γύρω μας. Νομίζω ότι δίνω μια ορατότητα σε ψυχές της πόλης που μας ρουφάει και μαζί με την καθημερινότητα που μας φθείρει χάνουμε αυτά που συμβαίνουν και δεν μας αφορούν άμεσα. Ελπίζω ότι κάπως το έχω καταφέρει αλλά αυτό μένει να το δει ο αναγνώστης.
-Πως εξηγείς το φαινόμενο αυτό (της ανθρωποφαγίας) πώς φθάσαμε ως εδώ;
Είτε με τον εαυτό μας, είτε με τους άλλους νομίζω ότι ζούμε στην πιο μισαλλόδοξη εποχή. Ειδικά με τον διαγωνισμό κυνικότερης ατάκας που βλέπουμε στα social από απλούς χρήστες αλλά και τους πολιτικούς η κατάσταση έχει ξεφύγει. Μας έχουν υποβάλλει τη μοναξιά και τον ατομισμό γιατί οι ενεργοί και συμμετοχικοί πολίτες προφανώς είναι πιο «επικίνδυνοι» από μεμονωμένα πρόσωπα που βγάζουν τον καημό τους με ένα ποστ αλλά δεν βγαίνουν στο δρόμο να διεκδικήσουν. Και γι’ αυτή την κατάσταση ευθύνη έχουν τα ΜΜΕ πρωτίστως αλλά και απίσχναση της παιδείας.
-Η μουσική υπάρχει στα διηγήματά σου και τι ρόλο παίζει στη ζωή σου;
Δε θα μπορούσε να λείπει αφού, όπως με ξέρεις η μουσική είναι η ζωή μου. Πέρα από το πρώτο και το τελευταίο διήγημα του βιβλίου με τον τίτλο «Στον κόσμο μου μέρος πρώτον» και «Στον κόσμο μου μέρος δεύτερον» που είναι εμφανείς οι ήρωες όπως η Πάτι Σμιθ, ο Μπομπ Ντίλαν και ο Ντέιβιντ Μπάουι, η μουσική είναι με έναν υποδόριο τρόπο στο βιβλίο.
Στη ζωή μου η μουσική με έχει σώσει. Μου έχει φέρει φίλους. Μου δίνει ζωή, έμπνευση για την καθημερινότητά μου, έμπνευση για πιθανά μελλοντικά γραπτά. Τι θα είμασταν χωρίς τις μουσικές μας!
-Πρώτες επιρροές, τι ακούς σήμερα, τι παίζεις σε νυχτερινούς χώρους, η συλλογή σου;
Σήμερα ακούω όσο μπορώ περισσότερο νέες κυκλοφορίες Ελλήνων καλλιτεχνών που με ενθουσιάζουν. Είτε Post punk, είτε alternative αλλά και πολλή ηλεκτρονική μουσική. Βγαίνουν διαμάντια που αν είχαμε καλά ραδιόφωνα κι όχι ημιθανείς πλέιλιστ με ατάκες για τον καιρό και το χορηγό θα χάλαγαν κόσμο.
Γενικά με λες ροκά. Λατρεύω τα 90s. Συγκινούμαι με πολλά είδη μουσικής. Ακόμη και ετερόκλητα μεταξύ τους. Αλλά όσο μεγαλώνω κι ακούω Γιάννη νομίζω ότι η μουσική είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από τα «κουτάκια» που τη βάζουμε.
Επίσης για μένα μουσική σημαίνει και χορός! Θέλω να βγαίνω έξω να χορεύω, όπως ήθελα και παλιά. Όταν παίζω μουσική ως dj αυτό έχω στο μυαλό μου. Να χορέψει ο κόσμος με πράγματα που θυμάται και μουσικές που του προτείνω.
-Που γεννήθηκες, τι θυμάσαι από την παλιά γειτονιά σου και πως είναι σήμερα, έπαιζες μπάλα στην αλάνα, πρώτα μουσικά ερεθίσματα , πρώτα βινύλια, δισκάδικα..
Γεννήθηκα στο Πασαλιμάνι. Μεγάλωσα στο Παλαιό Φάληρο όταν ακόμη η λεωφόρος Αμφιθέας δεν είχε ασφαλτοστρωθεί. Εκεί που είναι τα στοκατζίδικα πηγαίναμε για χαρταετό γιατί δεν είχε καλώδια της ΔΕΗ. Σήμερα το Παλιό Φάληρο διασώζεται ως όμορφη πόλη γιατί έχει τη θάλασσα δίπλα του. Κατά τ’ άλλα… άστα!
Το πρώτο δισκάδικο που κατέθετα χαρτζιλίκι ήταν της Σοφίας, Αφροδίτης και Αχιλλέως. Τώρα έγινε φαρμακείο. Τρία δισκάδικα είχαμε στη γειτονιά. Κανένα σήμερα! Θυμάμαι λοιπόν δίσκο των Police που είχα πάρει. Κασέτες γραμμένες. Από τους πρώτους μου ήταν και οι Sharp Ties που μου τους είχε αγοράσει ο πατέρας μου από ένα δισκάδικο στην Τσαμαδού στον Πειραιά.
Πάντως από τις πρώτες εικόνες είναι ο μπαμπάς να βάζει από Θεοδωράκη μέχρι Έλβις στο μπομπινόφωνο National μέσα στο ντουλάπι της βιβλιοθήκης. Και φυσικά οι μεγάλοι να χορεύουν στο σπίτι. Από χασάπικο μέχρι rock΄n’roll και χάλι γκάλι!
Αποφεύγω να σου πω για τη μπάλα γιατί υπήρξα άμπαλος. Παίζαμε στην Παναγίτσα. Βασικά έπαιζαν οι άλλοι. Σπάνια με έβαζαν. Αλλά ήμουν εκεί!
-Είσαι παιδί είναι πολύβουης πόλης, παιδί των 80s. Τη δεκαετία αυτή την θεωρείς υπερεκτιμημένη ή μοναδική;
Είναι σημαντική. Όπως όλα όσα έχουν περάσει. Μ’ αρέσουν οι αναμνήσεις αλλά περισσότερο μ’ αρέσει να ζω το τώρα, το σήμερα. Το αν είναι κάτι υπερεκτιμημένο έχει να κάνει με αυτούς που κάνουν τις εκτιμήσεις και τι διεισδυτικότητα έχουν στα media.
Νομίζω τα 90s είναι πιο σημαντικά. Μουσικά συγκέρασαν καλύτερα και έδωσαν διαμάντια σε πολλά είδη από καλλιτέχνες που είχαν πολλή μουσική και από τα 60s – 70s & 80s φυσικά.
